Π.Π. Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο “Βίου Ηχώ” και τη θεματική διαδρομή που ακολουθούν τα ποιήματά του.
Α.Π. Η «Βίου Ηχώ» είναι μια ποιητική ανθολογία που κινείται γύρω από τα ίχνη που αφήνει η ζωή μέσα μας: Εμπειρίες που δεν τελειώνουν όταν συμβούν, όσα ειπώθηκαν, όσα σώπασαν, όσα επανέρχονται σαν αντίλαλος. Τα ποιήματα ακολουθούν μια διαδρομή εσωτερική, από την εμπειρία προς την επίγνωση, χωρίς αυστηρή γραμμικότητα, όπως ακριβώς λειτουργεί και η μνήμη, με αναδρομές, ρήγματα και επαναλήψεις. Θέματα όπως η απώλεια, ο έρωτας, η φθορά, η μοναξιά αλλά και η σιωπηλή αντοχή του ανθρώπου επανέρχονται, όχι ως απαντήσεις αλλά ως ερωτήματα. Η θεματική τους συνομιλεί με τον χρόνο και την ύπαρξη, επιχειρώντας να καταγράψει όχι τόσο τα γεγονότα, όσο την ηχώ τους μέσα στον άνθρωπο, εκεί όπου η εμπειρία μετασχηματίζεται σε λόγο.
Π.Π. Στην ποιητική συλλογή κυριαρχούν έντονα οι ένοιες της μνήμης, της απώλειας, του έρωτα και της υπαρξιακής αναζήτησης. Πως λειτουργεί για εσάς η ποίηση ως “ηχώ” της ζωής και των βιωμάτων σας;
Α.Π. Για μένα η ποίηση λειτουργεί ως ηχώ όχι επειδή αναπαράγει τη ζωή, αλλά επειδή την επιστρέφει αλλοιωμένη, βαθύτερη. Τα βιώματα, ο έρωτας, η απώλεια, η μνήμη, δεν μεταφέρονται αυτούσια στο ποίημα· πρώτα κατακάθονται, σιωπούν, μετασχηματίζονται. Η ποίηση έρχεται μετά, σαν ένας αντίλαλος που δεν επαναλαμβάνει το αρχικό γεγονός, αλλά αποκαλύπτει το αποτύπωμά του. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η υπαρξιακή αναζήτηση δεν είναι αναζήτηση απαντήσεων, αλλά ένας τρόπος να σταθεί κανείς απέναντι στον χρόνο και στη φθορά με επίγνωση και ευθύνη. Που φλογίζει την ύπαρξη αυτού του όντος. Για μένα αυτή η ποίηση είναι διέξοδος. Είναι η εκτόνωση της φλόγας που φώτισε ή έκαψε κομμάτια μιας ύπαρξης, ένα άκουσμα, άλλοτε ένα μοιρολόι που σαν ηχώ επαναλαμβάνει τα κάλλη και τους εφιάλτες μιας ζωής, που κάποτε πέρασε από αυτό τον κόσμο και ύστερα καρφιτσώθηκε σαν άστρο στο πέπλο της νυχτιάς. Αν η ζωή είναι η φωνή, η ποίηση είναι η ηχώ της: λιγότερο θορυβώδης, αλλά συχνά πιο αληθινή.
Π.Π. Πολλά ποιήματα κινούνται ανάμεσα στον πόνο και τη λύτρωση, τη σιωπή και την κραυγή. Τι θα θέλατε να νιώσει ή να αναγνωρίσει ο αναγνώστης μέσα από αυτή τη συναισθηματική εναλλαγή;
Α.Π. Θα ήθελα ο αναγνώστης να αναγνωρίσει ότι αυτά τα αντίθετα δεν είναι στάδια που διαδέχονται το ένα το άλλο, αλλά καταστάσεις που συχνά συνυπάρχουν. Εκεί όπου η σιωπή είναι ήδη μια κραυγή και η κραυγή δεν υπόσχεται λύτρωση. Ο πόνος δεν προηγείται πάντα της λύτρωσης, ούτε η κραυγή ακυρώνει τη σιωπή· πολλές φορές είναι ο ίδιος παλμός, ειπωμένος με διαφορετικό τρόπο. Αν κάτι εύχομαι να νιώσει, είναι ότι μέσα σε αυτή τη συναισθηματική μετατόπιση υπάρχει ένας χώρος αλήθειας: εκεί όπου ο άνθρωπος αντέχει να σταθεί χωρίς απαντήσεις χωρίς βεβαιότητες, αλλά με επίγνωση. Να αντέξει την αλήθεια του συναισθήματος πριν αυτό εξημερωθεί. Αν ο αναγνώστης φύγει με την αίσθηση ότι κάτι δικό του ειπώθηκε χωρίς να κατονομαστεί, τότε το ποίημα έχει βρει τον δρόμο του.






0 Σχόλια