Π.Π. Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο «Ματωμένη Μπούρκα» και την ιστορία που επιλέξατε να αφηγηθείτε μέσα από αυτό.

Ι.Κ. Η «Ματωμένη Μπούρκα» δεν γράφτηκε για να διαβαστεί από απόσταση. Είναι μια ιστορία που απαιτεί εγγύτητα. Αφηγείται τη διαδρομή μιας γυναίκας και ενός παιδιού που ξεκινούν με ελπίδα και καταλήγουν να παλεύουν για το πιο αυτονόητο δικαίωμα: τη ζωή. Πρόκειται για μια αφήγηση γύρω από την προσφυγιά, τη βία και την απώλεια, αλλά κυρίως για την ανθρώπινη αντοχή όταν όλα καταρρέουν. Γιατί ό,τι αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα, συνεχίζει να αιμορραγεί στη σιωπή.


Π.Π. Το έργο αγγίζει σκληρά κοινωνικά ζητήματα, όπως η προσφυγιά, η βία, η απώλεια και η ανθρώπινη αντοχή. Ποιο ήταν το βασικό κίνητρο που σας ώθησε να καταπιαστείτε με αυτή τη θεματική;

Ι.Κ. Το βασικό μου κίνητρο ήταν ο φόβος. Ο φόβος ότι συνηθίσαμε τον πόνο των άλλων. Ότι μάθαμε να προσπερνάμε χωρίς να νιώθουμε. Ήθελα να γράψω μια ιστορία που να μη χαρίζεται στον αναγνώστη, να μην τον αφήνει άνετο. Να τον αναγκάζει να σταθεί,  να νιώσει, να θυμηθεί ότι η ανθρωπιά δεν είναι δεδομένη είναι επιλογή. Ακόμη και το εξώφυλλο δεν είναι ουδέτερο. Η παρουσία της κόρης μου, της Ευαγγελίας, είναι μια συνειδητή αντίφαση. Το όνομά της σημαίνει «καλή είδηση» ευ και αγγελία. Κι όμως, τοποθετείται σε μια ιστορία όπου οι καλές ειδήσεις απουσιάζουν. Αυτή η σύγκρουση είναι σκόπιμη. Γιατί η ελπίδα δεν έρχεται όταν όλα είναι ασφαλή, αλλά όταν όλα έχουν σχεδόν χαθεί. Τότε η ιστορία παύει να αφορά «τους άλλους».


Π.Π.  Η ηρωίδα βιώνει ακραίες δοκιμασίες που φέρνουν τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τα όρια της ανθρωπιάς και της ελπίδας. Τι θα θέλατε να μείνει στον αναγνώστη όταν κλείσει το βιβλίο;

Ι.Κ. Σίγουρα το τέλος θα τον ξαφνιάσει. Είναι ένα αναπάντεχο φινάλε, με ένταση που δύσκολα ξεχνιέται. Όμως, όταν κλείσει το βιβλίο, θα ήθελα να μείνουν στον αναγνώστη δύο πράγματα. Πρώτον, η επίγνωση ότι η ανθρώπινη καρδιά δεν σπάει — μαθαίνει. Μαθαίνει να αγαπά και να ελπίζει ακόμη κι όταν όλα γύρω της καταρρέουν. Ότι μέσα από το σκοτάδι μπορεί να γεννηθεί φως· όχι πάντα με τον τρόπο που περιμένουμε, αλλά με τρόπο που μας αλλάζει για πάντα.  Και δεύτερον, θα ήθελα να μείνει μια ανησυχία. Όχι λύπηση, ούτε εύκολη συγκίνηση, αλλά μια ρωγμή στη βεβαιότητα ότι «αυτά δεν μας αφορούν». Οι ζωές που κινούνται στο περιθώριο δεν είναι παράλληλες με τις δικές μας· τέμνονται μαζί τους, συχνά βίαια. Αν ο αναγνώστης, κλείνοντας το βιβλίο, αισθανθεί έστω για λίγο άβολα με τη σιωπή του, αν αναρωτηθεί ποια στάση κρατά απέναντι στον πόνο που βλέπει — ή επιλέγει να μην βλέπει — τότε η ιστορία δεν τελείωσε. Τότε μόλις ξεκίνησε.


Ιωάννης Κωνσταντινίδης

giakoxrispa@gmail.com