Π.Π. Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο «Από την Κωμωδία στο Δράμα» και τον αφηγηματικό κόσμο που ξετυλίγεται μέσα από τις σελίδες του.

Π.Μ. Στόχος μου ήταν να δημιουργήσω ένα βιβλίο που να συνδυάζει το χιούμορ με το δράμα.  Ξεκινάω με μια κωμική ιστορία, με χαρακτήρες που προκαλούν γέλιο και ανατροπές, αλλά στην πορεία η αφήγηση φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τις πραγματικές δυσκολίες και συγκινήσεις της ζωής, μέσα σε ένα ίδρυμα φροντίδας.  Ένας πραγματικός κόσμος μέσα από έναν προφορικό, άμεσο τρόπο αφήγησης και μια γλώσσα που δεν φοβάται να λερωθεί.  Περιγράφοντας τόπους, ήχους, μυρωδιές και συναισθήματα, θέλησα να κάνω τον αναγνώστη να βλέπει, να ακούει, να μυρίζει, να γελάει αλλά και να συγκινείται μαζί τους.  Να μπαίνει στον κόσμο τους και να μην τον αφήνει εύκολα όταν κλείνει το βιβλίο.


Π.Π. Στο έργο συνυπάρχουν το σατιρικό στοιχείο, το λαϊκό χιούμορ και η σκοτεινότερη πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Πώς επιλέξατε να ισορροπήσετε ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα;

Π.Μ. Για μένα η κωμωδία και το δράμα δεν συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο κείμενο με την έννοια της εναλλαγής ή της ισορροπίας.  Το δράμα στο βιβλίο είναι ξεχωριστό, έχει τον δικό του χώρο και έρχεται στο τέλος σαν κλείσιμο λογαριασμού.  Από μικρός ήξερα ότι η κωμωδία ήταν στο αίμα μου· πάντα ήμουν αυτός που έκανε τους άλλους να γελάνε, στο σχολείο, στον στρατό, στη δουλειά, στην παρέα. Κάποια στιγμή όμως ένιωσα την ανάγκη να αποδείξω πρώτα στον εαυτό μου ότι μπορώ, πέρα από το γέλιο, να ακουμπήσω και τη συγκίνηση.  Το τελευταίο διήγημα γράφτηκε γι’ αυτόν τον λόγο.  Είναι σκόπιμα λιτό, χωρίς χιούμορ, χωρίς ανάσα, γιατί ήθελα το βιβλίο να τελειώσει ήσυχα αλλά βαριά.


Π.Π. Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι έντονοι, ακραίοι και βαθιά ανθρώπινοι. Πόσο αντλείτε από την κοινωνική πραγματικότητα και τη λαϊκή αφήγηση για τη δημιουργία τους;

Π.Μ. Οι ήρωες του βιβλίου δεν είναι «καλοί» ή «κακοί». Είναι μικροί, καθημερινοί, απολύτως αναγνωρίσιμοι άνθρωποι.  Κουβαλάνε μικρές εξουσίες, μικρές κακίες αλλά και μικρές τρυφερότητες, όπως όλοι μας.  Οι περισσότεροι χαρακτήρες ξεκίνησαν από αληθινούς ανθρώπους, όπως μιλούσαν, όπως γελούσαν, όπως δικαιολογούσαν τον εαυτό τους. Αν έγραφα μόνο από βιβλία, οι ήρωες θα ήταν πιο καθωσπρέπει.  Αν έγραφα μόνο από τη ζωή, θα ήταν ασύνδετοι. Το γράψιμο είναι το σημείο που αυτά τα δύο τσακώνονται και τελικά τα βρίσκουν.